ἐστοχασμένως

ἐστοχασμένως, Adv. [tense] pf. part. [voice] Pass.,
A hitting the mark : c. gen.,

ἐ. τοῦ σκοποῦ Hld.7.5

: abs., Ptol.Tetr.9.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εστοχασμένως — ἐστοχασμένως (ΑΜ) επίρρ. 1. με σκέψη, με στοχασμό, ορθά 2. σύμφωνα με κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. Επίρρ. σχηματισμένο από τη μτχ. παθ. παρακμ. εστοχασμένος τού ρ. στοχάζομαι] …   Dictionary of Greek

  • ἐστοχασμένως — hitting the mark indeclform (adverb) στοχάζομαι aim perf part mp masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.